ἕλκω


ἕλκω
ἕλκω ['влачить'] тянуть (ср. влеку) aor. εἵλκυσα impf. εἷλκον

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἕλκω" в других словарях:

  • ἕλκω — sulcus pres subj act 1st sg ἕλκω sulcus pres ind act 1st sg ἑλκόω wound pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἑλκόω wound imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλκω — βλ. πίν. 25 (μόνο στον ενεστ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • έλκω — και ελκύω (AM ἕλκω και ἑλκύω) 1. σέρνω, τραβώ κάποιον ή κάτι προς το μέρος μου 2. προσελκύω, σαγηνεύω 3. (για πλοίο) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα 4. (για πλοίο) ρυμουλκώ 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανή) κινούμαι προς τα εμπρός,… …   Dictionary of Greek

  • ελκώ — (AM ἑλκῶ, όω) 1. προκαλώ έλκος, πληγιάζω 2. ελκούμαι (AM ἑλκοῡμαι) α) μεταβάλλομαι σε έλκος β) (για έλκος) γεμίζω πύον αρχ. μσν. (για πληγή) γεμίζω πύον αρχ. 1. κάνω εντομές σε δέντρο 2. πληγώνω, βλάπτω …   Dictionary of Greek

  • έλκω — βλ. ελκύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑλκῶ — ἑλκέω drag about pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἑλκέω drag about pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἑλκόω wound pres subj act 1st sg ἑλκόω wound pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕλκετον — ἕλκω sulcus pres imperat act 2nd dual ἕλκω sulcus pres ind act 3rd dual ἕλκω sulcus pres ind act 2nd dual ἕλκω sulcus imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕλκον — ἕλκω sulcus pres part act masc voc sg ἕλκω sulcus pres part act neut nom/voc/acc sg ἕλκω sulcus imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἕλκω sulcus imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλκυσμένα — ἕλκω sulcus perf part mp neut nom/voc/acc pl εἱλκυσμένᾱ , ἕλκω sulcus perf part mp fem nom/voc/acc dual εἱλκυσμένᾱ , ἕλκω sulcus perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυσμένα — ἕλκω sulcus perf part mp neut nom/voc/acc pl (ionic) ἑλκυσμένᾱ , ἕλκω sulcus perf part mp fem nom/voc/acc dual (ionic) ἑλκυσμένᾱ , ἕλκω sulcus perf part mp fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕλκετε — ἕλκω sulcus pres imperat act 2nd pl ἕλκω sulcus pres ind act 2nd pl ἕλκω sulcus imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)